HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

τόρνος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1
ˈtoɾ.nos

Ορισμοί

  1. μηχανή που χρησιμοποιείται για τη μορφοποίηση ενός κομματιού (μετάλλου, ξύλου) με τη σύσφιξή του σε συσκευή συγκράτησης και με την περιστροφή του κάτω από ισχύ κατάλληλου εργαλείου κοπής για περιστροφή, διάτρηση, διαμόρφωση πρόσοψης, κατασκευή σπειρώματος κ.λπ.
  2. χωριό της Ευρυτανίας
  3. ανδρικό επώνυμο

Ισοδύναμα

Englishlathe
Françaistour
13 more languages

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τόρνος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free