HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τόρνος | Babel Free

Noun masculine CEFR B1
/ˈtoɾ.nos/

Ορισμοί

  1. μηχανή που χρησιμοποιείται για τη μορφοποίηση ενός κομματιού (μετάλλου, ξύλου) με τη σύσφιξή του σε συσκευή συγκράτησης και με την περιστροφή του κάτω από ισχύ κατάλληλου εργαλείου κοπής για περιστροφή, διάτρηση, διαμόρφωση πρόσοψης, κατασκευή σπειρώματος κ.λπ.
  2. χωριό της Ευρυτανίας
  3. ανδρικό επώνυμο

Ισοδύναμα

English lathe

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τόρνος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course