Σημασία του τσόλι | Babel Free
Ορισμοί
- φτηνό ρούχο ή ύφασμα
-
άνθρωπος ανάξιος λόγου, χαμηλού ηθικού, πνευματικού, κοινωνικού επιπέδου figuratively
-
μάλλινος σάκος που χρησιμοποιούσαν για ελαιοτριβεία για έκθλιψη του ήδη αλεσμένου ελαιοκάρπου dated
Παραδείγματα
“※ Ιδρωμένο τ'άλογό του στάθηκε μέσα στο πλήθος, - ο κυρ Θανασός, είπαν μερικοί. Κάποιος φτωχάνθρωπος πήρε από τα χέρια του τ'άλογο αφρισμένο, να το γυρίσει. Το σκέπασε και με το τσόλι του. Ο ίδιος ανακατεύτηκε μέσα στο πλήθος (Αρχείον Θράκης, Εταιρεία Θρακικών Μελετών, τόμοι 3-4, 1936, σελ. 32)”
“※ Το τρίτο πίσω μέρος της τέντας το σκεπάζουν με την τεντούλα και στερεώνουν επίσης στο χώμα με θηλειές, που πιάνουν σε άλλες κλιτσούλες. Αν μείνει κανένα κομμάτι ανοιχτό, ρίχνουν άλλα τσόλια (Αγγελική Χατζημιχάλη, Σαρακατσάνοι, τόμος 1, τεύχος 2, 1957, σελ. 22)”
“※ Άσε που δεν την γούσταρα πραγματικά ποτέ. Ένα τσόλι είναι. (Χ.Α. Χωμενίδης, Η φωνή, εκδ. Πατάκης, 2016)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.