τσιγαρίζω
Ορισμοί
- ψήνω τροφές μαζί με λάδι σε τηγάνι ή κατσαρόλα για λίγα λεπτά
-
βασανίζω, ταλαιπωρώ figuratively
Ισοδύναμα
9 more languages
Ελληνικάκαβουρντίζω
Suomiruskistaa
עבריתהשחים
한국어緹
Polskibrązowićopalaćopalićpodpalaćpodpalićprzyrumieniaćprzyrumienićrumienićskwierczećskwierkświerczećzarumienićzrumienić
Русскийзавивать
Svenskabryna
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free