Meaning of καβουρντίζω | Babel Free
/ka.vuɾˈdi.zo/Ορισμοί
- ψήνω ανακατεύοντάς τους διαρκώς κόκκους καφέ ή σπόρους δημητριακών (π.χ. αμύγδαλα) σε μεγάλη θερμοκρασία
-
ή (μεταφορικά) τσιγαρίζω literally
-
καίω, παραψήνω figuratively
Παραδείγματα
“Τους καβούρντισε ο ήλιος, όπως κάθονταν όλη μέρα στην ακροθαλασσιά.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.