τροχός
Ορισμοί
- κυκλικό όργανο (ελαστικό, ξύλινο, μεταλλικό ή πλαστικό) που διαθέτει κεντρικό άξονα γυρω από τον οποίο περιστρέφεται και κινείται, μεταδίδοντας τη δική του κίνηση και σε άλλο αντικείμενο ή μηχανισμό
-
το θηλαστικό ζώο ασβός rare
- ο τροχός του αγγειοπλάστη
- ο τροχός βασανισμού, της αρχαιότητας και του μεσαίωνα
Ισοδύναμα
16 more languages
العربيةعَجَلَة فَخَّار
Češtinahrnčířský kruh
Gaeilgeroth potaire
हिन्दीचर्ख़
Հայերենդուրգ
Italianoruota del vasaio
日本語轆轤
Nederlandspottenbakkersschijf
Polskikoło garncarskie
Portuguêsroda de oleiro
中文陶鈞
繁體中文陶鈞
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free