Meaning of τρομπόνι | Babel Free
/tɾomˈbo.ni/Ορισμοί
- χάλκινο πνευστό μουσικό όργανο με χαρακτηριστικό συρόμενο σωλήνα, με ή χωρίς κλειδιά (πιστόνια)
-
φορητό κοντό εμπροσθογεμές πυροβόλο όπλο του 19ου αιώνα, του οποίου η κάννη έχει σχήμα χοάνης ή σάλπιγγας (σε χρήση κυρίως σε πλοία, για απόκρουση εφορμήσεων πειρατών) dated
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.