τριανδρία
Ορισμοί
- όρος της πολιτικής στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία για την τριαρχία. Αρχικά σήμαινε την άσκηση απλών δημοτικών εξουσιών (π.χ. επίβλεψη των φυλακών), αλλά κατοπινά σήμαινε την άσκηση πολιτικής εξουσίας σε όλη την αυτοκρατορία από τρεις ισοδύναμους άνδρες, εκπροσώπους ισάριθμων τάσεων τότε στα στρατεύματα και στην πολιτική
- ομάδα από τρεις άνδρες που συγκυβερνούν ή συνδιοικούν
Ισοδύναμα
20 more languages
Catalàtriumvirat
Češtinatriumvirát
Magyartriumvirátus
ქართულიტრიუმვირატი
Kurdîtroyka
Latinatriumviratus
Polskitriumwirat
Svenskatriumvirat
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free