Meaning of τραγανός | Babel Free
/tɾa.ɣaˈnos/Ορισμοί
- που έχει ξεροψηθεί κι, όταν το το μασάς, τρίζει
- κρουστός, σκληρός (στην υφή) (π.χ. για φρούτα: κεράσια κ.λπ.
- τραγανό: χόνδρος (στο αφτί, τη μύτη κ.α.)
Παραδείγματα
“※ Το ταψί έχει βγει από το φούρνο και περιμένει αχνιστό στο φορμάικα τραπέζι. Η κρεμώδης σάρκα του τρεμουλιάζει κάτω από το τραγανό φύλλο. Όμως δεν πρέπει να το αγγίξει κανείς. Ποιός κανείς; Ο μόνος κανείς εδώ είναι ο Τ. κι απαγορεύεται να φάει το γαλακτομπούρεκο. Πρέπει πρώτα να κρυώσει για να το κόψει η γυναίκα μ'ένα παλιό κουζινομάχαιρο. (Revue le courage n°2, Les salauds, εκδ. Grasset, 2016)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.