Meaning of τρέχων | Babel Free
/ˈtɾe.xon/Ορισμοί
- που τρέχει αυτή τη στιγμή, που υπάρχει ή που διανύουμε σήμερα
- που ισχύει την παρούσα χρονική στιγμή
- που έχει σχέση με τις καθημερινές ανάγκες
Παραδείγματα
“ο τρέχων μήνας”
the current month
“Το νομοσχέδιο θα υλοποιηθεί μέσα στο τρέχον ακαδημαϊκό έτος.”
“※ Αν στο τέλος του τρέχοντος έτους οι αγορές των ΗΠΑ και της Ευρώπης κλείσουν με κέρδη για πρώτη φορά μετά το 1999, τότε η τρέχουσα χρονική περίοδος ενδεχομένως να αποδειχθεί ο καταλύτης. Η Γουόλ Στριτ και τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια έχουν σχεδόν φθάσει στα επίπεδα στα οποία ξεκίνησαν το 2003. (εφημερίδα Το Βήμα, 24.11.2008)”
“Η τρέχουσα τιμή του δολαρίου.”
“Συζητήθηκαν μόνο τα τρέχοντα θέματα.”
“Ο προϋπολογισμός δεν φαίνεται να καλύπτει ούτε καν τις τρέχουσες ανάγκες.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.