Meaning of τηγανίτα | Babel Free
Ορισμοί
- τρόφιμο (αλμυρό ή γλυκό) φτιαγμένο από χυλό που περιέχει διάφορα υλικά και τηγανισμένο σε καυτό λάδι
- γυναικείο επώνυμο
Παραδείγματα
“Απομακρύνουμε τις τηγανίτες από το τηγάνι με τρυπητή κουτάλα και τις τοποθετούμε σε απορροφητικό χαρτί κουζίνας. Σερβίρονται σκέτες, με ζάχαρη άχνη, μέλι, μαρμελάδα ή γλυκό κουταλιού. (*)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.