Σημασία του τζόγος | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- χαρτοπαιξία
-
, συνηθέστερη χρήση: η τυχαιοπαιγνία, οποιοδήποτε τυχερό παιχνίδι broadly
- το κενό που υπάρχει ανάμεσα σε δύο αντικείμενα που δεν έχουν ταιριάξει ακριβώς, όπως πρέπει
Παραδείγματα
“※ Η μετάβαση λοιπόν στη βιομηχανική εποχή που ακολούθησε την αγροτική οικονομία και κοινωνία, συνδέθηκε με τις επιδρομές των ληστών, την παράνομη οπλοκατοχή αλλά και το λαθρεμπόριο. Κατόπιν, η μετάβαση στην καταναλωτική κοινωνία, είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη του οργανωμένου εγκλήματος, το οποίο σε εκείνη τη φάση είχε ως αντικείμενο κυρίως τον έλεγχο της πορνείας, του τζόγου, του αλκοόλ κλπ.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free