Meaning of τετριμμένος | Babel Free
/tetriˈmenos/Ορισμοί
συνηθισμένος, κοινότοπος, καθόλου πρωτότυπος
Ισοδύναμα
CA
prosaic
Español
estereotipado
gastado
manido
manoseado
prosaico
sobado
tópico
traído y llevado
trillado
trivial
GA
seanchaite
GL
gastado
HY
արձակ
KA
პროზაული
Παραδείγματα
“Βαριέμαι όταν μιλάει· όλο τετριμμένα πράγματα λέει.”
I am bored when he/she talks; he/she says boring things all the time.
“※ «Οἱ Μπουλουκτσῆδες» του κου κ. Καρρά εἶναι ἠθογραφία μέ τήν τετριμμένη ἔννοια τοῦ ὅρου, φωτογραφική, ὄχι ὅμως καί φωνογραφική, γιατί ὁ λόγος του εἶναι κατασκευασμένος, μελετημένος, Τελικά λαϊκίζων φιλολογικός. Ανεκδοτολογεῖ καί ἀποθησαυρίζει. Δέν εἶναι ἀναγκαῖος καί περιττός. Εἶναι καλλιγραφία. Ελαφρολαϊκός, γιά νά χρησιμοποιήσουμε τόν ὅρο πού κυκλοφορεῖ γιά τή νοθευμένη ἔντεχνη λαϊκή μίμηση στή μουσική. (Κώστας Γεωργουσόπουλος, Κλειδιά και κώδικες θεάτρου, τομ. 1, 1984, σελ. 121)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.