Meaning of τελωνείο | Babel Free
Ορισμοί
κρατική υπηρεσία, εγκατεστημένη συνήθως στα σημεία εισόδου σε μια χώρα, η οποία ελέγχει τα εισαγόμενα και εξαγόμενα προϊόντα και επιβάλλει τους ανάλογους δασμούς (τέλη) καθώς και το κτήριο που αυτή στεγάζεται
Ισοδύναμα
English
custom house
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.