τελεφερίκ
Ορισμοί
- μέσο μεταφορών με θαλαμίσκους
- εναέριο που μετακινούνται αναρτημένοι σε πολύ ισχυρά καλώδια μεταφέροντας επιβάτες ή εμπορεύματα σε ορεινές δυσπρόσιτες περιοχές ή χιονοδρομικά κέντρα
- ή πάνω σε ράγες
Ισοδύναμα
19 more languages
Afrikaanssweefspoor
Češtinalanovka
Suomiköysirata
עבריתרַכֶּבֶל
Հայերենճոպանուղի
Italianofunivia
日本語ケーブルカー
한국어케이블카
Македонскижичарница
Portuguêsteleférico
Românătelecabină
Tagalogkablekotse
Türkçeteleferik
Tiếng Việtcáp treo
Παραδείγματα
“Ανεβήκαμε στον Λυκαβηττό: οι μισοί με τα πόδια κι εμείς με το τελεφερίκ.”
“τελεφερίκ Λυκαβηττού στη Βικιπαίδεια”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free