Meaning of τέμπερα | Babel Free
/ˈtem.pe.ɾa/Ορισμοί
- υδατοδιαλυτό χρώμα (στο οποίο έχει προστεθεί αβγό ή άλλη ουσία)
-
ζωγραφική τεχνική που κάνει χρήση τέτοιων χρωμάτων broadly
-
ζωγραφικός πίνακας που έχει δημιουργηθεί μ’ αυτή την τεχνική broadly
Ισοδύναμα
English
Tempera
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.