Meaning of τάπερ | Babel Free
/ˈta.peɾ/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- γενική ονομασία για πλαστικά δοχεία φύλαξης τροφίμων τα οποία έχουν καπάκι που κλείνει με ερμητικό τρόπο
Ισοδύναμα
English
Tupperware
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.