Meaning of σόγια | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- το φυτό Γλυκίνη η μαξ (Glycine max)
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σόι accusative, nominative, plural, vocative
- το φασόλι του φυτού
Ισοδύναμα
English
Soy
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.