Meaning of σφύρα | Babel Free
/ˈsfi.ɾa/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
-
άλλη μορφή του σφυρί archaic
-
ό,τι είναι όμοιο (σχηματικά ή λειτουργικά) με σφυρί archaic, broadly
-
οστό του αφτιού archaic, broadly
-
ο κόκορας / επικρουστήρας ενός όπλου archaic, broadly
-
είδος μεταλλικής σφαίρας, σ’ ένα σημείο της οποίας εφαρμόζει ατσαλένιο σύρμα με λαβή, από την οποία την πιάνει κάποιος αθλητής (σφυροβόλος, στο άθλημα της σφυροβολίας) και (περιστρεφόμενος κάποιες φορές γύρω από τον εαυτό του) την εκτοξεύει όσο πιο μακριά μπορεί archaic, broadly
-
είδος μηχανήματος που παραμορφώνει μέταλλα, θραύει πετρώματα κ.λπ. archaic, broadly
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.