Meaning of συμφορά | Babel Free
/siɱ.foˈɾa/Ορισμοί
πολύ κακό συμβάν, δυστύχημα, καταστροφή
Παραδείγματα
“Near-synonym: καταστροφή f (katastrofí)”
“※ Και η Βουλγαρία ολόκληρη θρήνησε την εθνική της συμφορά. (⌘ Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα, 1909 [μυθιστόρημα])”
“※ όταν η συμφορά συμφέρει, λογάριαζέ την για πόρνη (Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.