συμφορές
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφορά
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Οι συμφορές του πολέμου σημάδεψαν ολόκληρη τη γενιά.”
The calamities of the war marked an entire generation.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free