συμμόρφωση
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συμμορφώνω:
- η προσαρμογή σε κανόνες ή υποδείγματα
- συνέτιση, σωφρονισμός
Ισοδύναμα
24 more languages
Българскисъответствие
Catalàconformitat
Češtinakonformita
Ελληνικάευπείθεια
Gaeilgeadmháil
हिन्दीअनुसरण
Қазақ тілісәйкестік
Latinaconformitas
Nederlandsconformiteit
Portuguêsconformidade
Shqipnjësoj
Tagalogpakikibagay
Tiếng Việthợp quy
Παραδείγματα
“Η συμμόρφωση με τους κανονισμούς είναι υποχρεωτική.”
Compliance with the regulations is mandatory.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free