Meaning of συγυρίζω | Babel Free
/si.ʝiˈɾi.zo/Ορισμοί
- τακτοποιώ αντικείμενα, περιορίζω την ακαταστασία
-
τιμωρώ figuratively
-
συγυρίζομαι: φροντίζω τον εαυτό μου, την εξωτερική μου εμφάνιση passive
Παραδείγματα
“※ Δημήτρης Κολλάτος, Οι ελιές”
“≈ συνώνυμα: διευθετώ, ευτρεπίζω, συμμαζεύω”
“≈ συνώνυμα: εγκαλώ, επιπλήττω, κατσαδιάζω”
“≈ συνώνυμα: ευτρεπίζομαι”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.