στεριώνω
Ορισμοί
θεμελιώνω, σταθεροποιώ
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of στεριώνω.
Ισοδύναμα
Françaissolidifier
21 more languages
Bosanskiстигнути
Galegocallar
עבריתקפא
हिन्दीजमना
Hrvatskiстигнути
Italianosolidificare
Portuguêssolidificar
Русскийотверждаться
Српскистигнути
Svenskastelna
Українськастигнути
Tiếng Việtcủng cố
Παραδείγματα
“Near-synonyms: ενισχύω (enischýo), ισχυροποιώ (ischyropoió), σταθεροποιώ (statheropoió)”
“※ Το γιοφύρι της Άρτας, δημοτικό”
“«Ἂ δὲ στοιχειώσετε ἄνθρωπο, γιοφῦρι δὲ στεριώνει·”
“καὶ μὴ στοιχειώσετε ὀρφανό, μὴ ξένο, μὴ διαβάτη,”
“παρὰ τοῦ πρωτομάστορα τὴν ὅμορφη γυναῖκα,”
“πὄρχεται ἀργὰ τ’ ἀποταχύ, καὶ πάρωρα τὸ γιόμα.»”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free