HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← στεριώνω — definition

Conjugation of στεριώνω

Regular CEFR B2
steɾˈʝo.no

θεμελιώνω, σταθεροποιώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στεριώνω
εσύ στεριώνεις
αυτός / αυτή / αυτό στεριώνει
εμείς στεριώνουμε
εσείς στεριώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά στεριώνουν
Παρατατικός
εγώ στέριωνα
εσύ στέριωνες
αυτός / αυτή / αυτό στέριωνε
εμείς στεριώναμε
εσείς στεριώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά στέριωναν
Αόριστος
εγώ στέριωσα
εσύ στέριωσες
αυτός / αυτή / αυτό στέριωσε
εμείς στεριώσαμε
εσείς στεριώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά στέριωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στεριώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στεριώσω
εσύ στεριώσεις
αυτός / αυτή / αυτό στεριώσει
εμείς στεριώσουμε
εσείς στεριώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά στεριώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ στέριωνε
εσείς στεριώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στέριωσε
εσείς στεριώστε
Απαρέμφατο αορίστου
στεριώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στεριώνομαι
εσύ στεριώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό στεριώνεται
εμείς στεριωνόμαστε
εσείς στεριώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά στεριώνονται
Παρατατικός
εγώ στεριωνόμουν
εσύ στεριωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό στεριωνόταν
εμείς στεριωνόμασταν
εσείς στεριωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά στεριώνονταν
Αόριστος
εγώ στεριώθηκα
εσύ στεριώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό στεριώθηκε
εμείς στεριωθήκαμε
εσείς στεριωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά στεριώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στεριωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στεριωθώ
εσύ στεριωθείς
αυτός / αυτή / αυτό στεριωθεί
εμείς στεριωθούμε
εσείς στεριωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά στεριωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς στεριώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στεριώσου
εσείς στεριωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
στεριωθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary