Meaning of στεριώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στεριώνω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεριώνω
- θα στεριώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στεριώνω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.