Σημασία του στερεός | Babel Free
ste.ɾeˈosΟρισμοί
- σχετικός με τη μία κατάσταση της ύλης (οι άλλες δύο είναι η υγρή και η αέρια)· χαρακτηρίζεται από μικρή κίνηση των μορίων, με αποτέλεσμα τα σώματα που βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση να έχουν σταθερό όγκο και σχήμα
- σταθερός, ακλόνητος, που δεν κλονίζεται εύκολα
- που έχει τρείς διαστάσεις
- σταθερός, ανθεκτικός, ακλόνητος, στέρεος
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“η στερεά κατάσταση, τα στερεά σώματα. στερεά απόβλητα”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free