Meaning of σταφίδα | Babel Free
/staˈfi.ða/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Σταφιδάς
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Σταφιδάς accusative, genitive, singular, vocative
- γυναικείο επώνυμο
- αποξηραμένο σταφύλι, ως ξηρός καρπός
- η σταφιδάμπελος
-
μεθυσμένος familiar, figuratively
Ισοδύναμα
English
raisin
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.