στατιστική
Ορισμοί
η επιστήμη της μέτρησης, καταγραφής και ανάλυσης αριθμητικών δεδομένων που έχουν ιδιαίτερη σημασία για κάποιο τομέα είτε για εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με το παρελθόν ή για εκτίμηση του μέλλοντος με το νόμο των πιθανοτήτων για θέματα υγείας, την πρόβλεψη σεισμών ή επιδημιών, την πορεία μιας επιχείρησης, την παιδεία, την πορεία των οικονομικών μιας οικογένειας κ.λπ.
Ισοδύναμα
12 more languages
Češtinastatistika
DeutschStatistik
Galegoestatística
Nederlandsstatistiek
Polskistatystyka
Portuguêsestatística
Русскийстатистика
Tiếng Việtthống kê
Παραδείγματα
“※ Μέχρι πότε θα διαιωνίζουμε το «θέσφατο», ότι τάχα έχει αβαντάζ η ομάδα που εκτελεί το τελευταίο πέναλτι; Η στατιστική των Μουντιάλ αποδεικνύει ότι ισχύει το ακριβώς αντίθετο: σε 11 από τις τελευταίες 12 αναμετρήσεις, κέρδισε αυτός που πήγε πρώτος στη βούλα. Η στατιστική δικαιώθηκε και στον αγώνα της Εθνικής με την Κόστα Ρίκα. (εφ. Ελευθεροτυπία, 01.07.2014)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free