Meaning of σταλιά | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- άλλη μορφή του στάλα, σταγόνα
- ο χρόνος που παραμένει κάποιο πλοίο σε λιμενικές εγκαταστάσεις για διάφορους λόγους (φόρτωση, εκφόρτωση, επισκευή κ.λπ.). Συνήθως χρησιμοποιείται στον πληθυντικό: σταλίες
- γυναικείο επώνυμο
-
μικρή ποσότητα broadly
- είδος φυτού της οικογένειας των Χεδροπών
Ισοδύναμα
English
laytime
Παραδείγματα
“※ τα πλοία δεν μπορούσαν να εκφορτώνουν το φορτίο τους και οι σταλίες που πλήρωναν για κάθε μέρα καθυστέρησης ωδηγούσαν στην επιβολή επιναύλου στο λιμάνι (Κώστας Δούκας, Τα χρόνια της ντροπής: Μυθ(ιστόρημα), Νίκος Κ. Δούκας, 2017)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.