Meaning of σπουδάζω | Babel Free
/spuˈða.zo/Ορισμοί
-
μελετώ με τρόπο συστηματικό και ολοκληρωμένο ένα θέμα, μια επιστήμη κ.λπ. intransitive
-
εξασφαλίζω σε κάποιον τα απαραίτητα για τις σπουδές του transitive
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.