HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σπουδάζω — definition

Conjugation of σπουδάζω

Regular CEFR C2
spuˈða.zo

μελετώ με τρόπο συστηματικό και ολοκληρωμένο ένα θέμα, μια επιστήμη κ.λπ. Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σπουδάζω
εσύ σπουδάζεις
αυτός / αυτή / αυτό σπουδάζει
εμείς σπουδάζουμε
εσείς σπουδάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά σπουδάζουν
Παρατατικός
εγώ σπούδαζα
εσύ σπούδαζες
αυτός / αυτή / αυτό σπούδαζε
εμείς σπουδάζαμε
εσείς σπουδάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά σπούδαζαν
Αόριστος
εγώ σπούδασα
εσύ σπούδασες
αυτός / αυτή / αυτό σπούδασε
εμείς σπουδάσαμε
εσείς σπουδάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά σπούδασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σπουδάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σπουδάσω
εσύ σπουδάσεις
αυτός / αυτή / αυτό σπουδάσει
εμείς σπουδάσουμε
εσείς σπουδάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σπουδάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σπούδαζε
εσείς σπουδάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σπούδασε
εσείς σπουδάστε
Απαρέμφατο αορίστου
σπουδάσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary