Σημασία του σπατάλη | Babel Free
spaˈtaliΟρισμοί
δαπάνη πόρων ή χρημάτων πέρα από το αναγκαίο, ειδικά όταν αυτά είναι περιορισμένα
Ισοδύναμα
Català
extravagància
Deutsch
Verschwendung
Español
extravagancia
Gaeilge
anchaitheamh
Gàidhlig
ana-caitheamh
हिन्दी
आन-बान
Bahasa Indonesia
kemubaziran
한국어
낭비
Latina
prodigentia
Nederlands
buitensporigheid
Tagalog
kabulagsakan
Українська
марнотратство
Παραδείγματα
“※ με τις σπατάλες της για δικό της όφελος η κυβέρνηση έφερε την οικονομία στα όριά της”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free