σπατάλη
Ορισμοί
δαπάνη πόρων ή χρημάτων πέρα από το αναγκαίο, ειδικά όταν αυτά είναι περιορισμένα
Ισοδύναμα
22 more languages
Catalàextravagància
DeutschVerschwendung
Gaeilgeanchaitheamh
Gàidhligana-caitheamh
हिन्दीआन-बान
Bahasa Indonesiakemubaziran
Italianospreco
한국어낭비
Latinaprodigentia
Nederlandsbuitensporigheid
Tagalogkabulagsakan
Українськамарнотратство
Παραδείγματα
“※ με τις σπατάλες της για δικό της όφελος η κυβέρνηση έφερε την οικονομία στα όριά της”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free