Meaning of σπατάλη | Babel Free
/spaˈtali/Ορισμοί
δαπάνη πόρων ή χρημάτων πέρα από το αναγκαίο, ειδικά όταν αυτά είναι περιορισμένα
Παραδείγματα
“※ με τις σπατάλες της για δικό της όφελος η κυβέρνηση έφερε την οικονομία στα όριά της”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.