Meaning of σπίρτο | Babel Free
/ˈspiɾ.to/Ορισμοί
- μικρό επίμηκες κομμάτι ξύλο ή χαρτόνι που στη μιά του άκρη είναι καλυμμένο με εύφλεκτη ουσία και χρησιμοποιείται για το άναμμα φωτιάς
- το οινόπνευμα
- το υδροχλωρικό οξύ (HCl)
-
πολύ έξυπνος άνθρωπος figuratively
Ισοδύναμα
English
Match
Παραδείγματα
“expressions: σπίρτο μοναχό! (spírto monachó!, “truly clever! absolute genius!”)”
“αυτό το παιδί είναι σπίρτο!”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.