HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σπίρτο | Babel Free

Noun CEFR C2 Standard
/ˈspiɾ.to/

Ορισμοί

  1. μικρό επίμηκες κομμάτι ξύλο ή χαρτόνι που στη μιά του άκρη είναι καλυμμένο με εύφλεκτη ουσία και χρησιμοποιείται για το άναμμα φωτιάς
  2. το οινόπνευμα
  3. το υδροχλωρικό οξύ (HCl)
  4. πολύ έξυπνος άνθρωπος
    figuratively

Ισοδύναμα

English Match

Παραδείγματα

“expressions: σπίρτο μοναχό! (spírto monachó!, “truly clever! absolute genius!”)”
“αυτό το παιδί είναι σπίρτο!”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σπίρτο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course