Meaning of σπάτουλα | Babel Free
/ˈspa.tu.la/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- με λαβή και λεπτό έλασμα, που χρησιμοποιείται για την επάλειψη με μαλακά υλικά, ή στο ξύσιμο επιφανειών
Ισοδύναμα
English
Spatula
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.