Meaning of σμιλεύω | Babel Free
Ορισμοί
- δουλεύω με τη σμίλη γλύφοντας κάποιο υλικό (μάρμαρο, πέτρα κ.λπ.) και δίνοντάς του μια μορφή (άγαλμα, ειδώλιο κ.λπ.)
-
διαμορφώνω πχ. την προσωπικότητα ενός ανθρώπου figuratively
-
γυμνάζω και γραμμώνω κάποιο σώμα, κορμί κ.λπ. figuratively
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.