HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σμιλεύω | Babel Free

Verb CEFR B1

Ορισμοί

  1. δουλεύω με τη σμίλη γλύφοντας κάποιο υλικό (μάρμαρο, πέτρα κ.λπ.) και δίνοντάς του μια μορφή (άγαλμα, ειδώλιο κ.λπ.)
  2. διαμορφώνω πχ. την προσωπικότητα ενός ανθρώπου
    figuratively
  3. γυμνάζω και γραμμώνω κάποιο σώμα, κορμί κ.λπ.
    figuratively

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σμιλεύω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course