Σημασία του σκωραμίδα | Babel Free
Ορισμοί
ρηχό λεκανοειδές αντικείμενο που χρησιμεύει στην διευκόλυνση ούρησης και αφόδευσης ανθρώπων που βρίσκονται σε κατάκλιση, για απομάκρυνση ούρων και κοπράνων χωρίς να λερωθούν τα κλινοσκεπάσματα
Ισοδύναμα
Bosanski
čuna
Català
orinal pla
Dansk
bækken
English
bedpan
Suomi
alusastia
Français
bassin hygiénique
Hrvatski
čuna
Magyar
ágytál
Latina
metella
Nederlands
ondersteek
Српски
čuna
Türkçe
ördek
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free