Meaning of σκούτερ | Babel Free
Ορισμοί
δίκυκλο μηχανοκίνητο όχημα που έχει, αντί για μπροστινούς μασπιέδες, έναν ιδιαίτερο χώρο για τα πόδια του οδηγού
Ισοδύναμα
English
motor scooter
Παραδείγματα
“※ Επί ποδός πολέμου βρίσκονται εκατομμύρια ιδιοκτήτες σκούτερ στην Ιταλία, μετά την απόφαση της ιταλικής κυβέρνησης για απαγόρευση της κυκλοφορίας στο κέντρο των πόλεων κάθε βέσπας, μοτοσικλέτας και μοτοσακού που δεν ανταποκρίνεται στις αυστηρές προδιαγραφές εκπομπής καυσαερίων της Ευρωπαϊκής Ενωσης.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.