HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σκακιέρα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/skaˈce.ɾa/

Ορισμοί

  1. η επιφάνεια πάνω στην οποία παίζεται το σκάκι· είναι χωρισμένη σε 8Χ8 τετράγωνα, χρωματισμένα εναλλάξ με ανοιχτό και σκούρο χρώμα
  2. πεδίο αντιπαράθεσης
    figuratively

Ισοδύναμα

English Chessboard

Παραδείγματα

“※ «Ματ» της Ουάσιγκτον στη σκακιέρα των αγωγών φυσικού αερίου στα Βαλκάνια (τίτλος άρθρου από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 31 Ιουλίου 2010)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σκακιέρα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course