Meaning of σιλουέτα | Babel Free
/si.luˈe.ta/Ορισμοί
- μορφή, άνθρωπος (ή σπανιότερα κάτι άλλο) του οποίου διακρίνεται μόνο το γενικό σχήμα
- η μορφή ενός λεπτού και κομψού ανθρώπινου σώματος
Ισοδύναμα
English
Silhouette
Παραδείγματα
“Πώς τα καταφέρνεις και διατηρείς τη σιλουέτα σου;”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.