Meaning of σιαμαίος | Babel Free
/si.aˈme.os/Ορισμοί
- που μένει στο Σιάμ ή κατάγεται απ’ αυτό
- αδελφός που έχει γεννηθεί ενωμένος σε κάποιο σημείο του σώματός του με τον δίδυμο αδελφό του
-
στενός κι αχώριστος με κάποιον άλλο φίλος broadly
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.