HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σαρδέλα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1
saɾˈðe.la

Ορισμοί

  1. ονομασία όλων των ειδων του γένους Sardina
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. η κάθε γραμμή σε διακριτικό βαθμοφόρων υπαξιωματικών
    figuratively

Ισοδύναμα

36 more languages

Παραδείγματα

“※ Με δυο τρεις ελιές και ντομάτα, η σαρδέλα ήταν ο συνηθισμένος μεζές του τσίπουρου. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)”
“πήρε μια σαρδέλα και νομίζει ότι έγινε κάποιος...”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σαρδέλα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free