HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σέλα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/ˈse.la/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σελάς
  3. εξάρτημα που προσαρμόζεται στη ράχη αλόγου κι έχει τέτοιο σχήμα και μορφή, ώστε να μπορεί να κάθεται σε αυτό ο αναβάτης
  4. κάθισμα ποδηλάτου ή μοτοσικλέτας

Ισοδύναμα

English saddle

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σέλα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course