HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του σέλα | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Standard
ˈse.la

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σελάς
  3. εξάρτημα που προσαρμόζεται στη ράχη αλόγου κι έχει τέτοιο σχήμα και μορφή, ώστε να μπορεί να κάθεται σε αυτό ο αναβάτης
  4. κάθισμα ποδηλάτου ή μοτοσικλέτας

Ισοδύναμα

Afrikaans saal
English saddle saddle
Esperanto selo
Español silla
فارسی زین زین
Suomi satula
Français sellé selle selle
Magyar nyereg
Íslenska hnakkur
Italiano sella sella
日本語 さとる さとる
한국어 안장
Nederlands zadel zadel
Polski siodło
Português sela sela Selá
Română sa sa
Русский седло
Slovenčina sedlo
Shqip shalë
Svenska sadel

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σέλα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free