Meaning of σέλα | Babel Free
/ˈse.la/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σελάς
- εξάρτημα που προσαρμόζεται στη ράχη αλόγου κι έχει τέτοιο σχήμα και μορφή, ώστε να μπορεί να κάθεται σε αυτό ο αναβάτης
- κάθισμα ποδηλάτου ή μοτοσικλέτας
Ισοδύναμα
English
saddle
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.