HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σέλα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Standard
ˈse.la

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σελάς
  3. εξάρτημα που προσαρμόζεται στη ράχη αλόγου κι έχει τέτοιο σχήμα και μορφή, ώστε να μπορεί να κάθεται σε αυτό ο αναβάτης
  4. κάθισμα ποδηλάτου ή μοτοσικλέτας

Ισοδύναμα

Englishsaddle
Españolsilla
Françaisselléselle
18 more languages
Afrikaanssaal
Esperantoselo
فارسیزین
Suomisatula
Magyarnyereg
Íslenskahnakkur
Italianosella
日本語さとる
한국어안장
Nederlandszadel
Polskisiodło
PortuguêsselaSelá
Românăsa
Русскийседло
Slovenčinasedlo
Shqipshalë
Svenskasadel

Παραδείγματα

“Η κυρία Σέλα άνοιξε ένα νέο εστιατόριο στο κέντρο.”

Mrs. Sela opened a new restaurant downtown.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σέλα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free