HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

Σάλι

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1
ˈsa.li

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. γυναικείο ρούχο, μάλλινο συνήθως κομμάτι ύφασμα που σκεπάζει τους ώμους και την πλάτη

Ισοδύναμα

EnglishShawl
Españolmantón
Françaischâlechalè
14 more languages
Češtinasálšála
DeutschschalShawl
Ελληνικάεσάρπα
Esperantoŝalo
עבריתסודר
Italianoscialle
日本語ショー
Polskiszal
Portuguêsxale
Русскийплатокшаль
Türkçesal
中文披肩

Παραδείγματα

“※ Φόρεσε το μαύρο σάλι σου, μπήκε το φθινόπωρο. (Λούλα Αναγνωστάκη (1999) Η παρέλαση [θεατρικό])”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη Σάλι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free