HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Σάλι | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/ˈsa.li/

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. γυναικείο ρούχο, μάλλινο συνήθως κομμάτι ύφασμα που σκεπάζει τους ώμους και την πλάτη

Ισοδύναμα

English Shawl

Παραδείγματα

“※ Φόρεσε το μαύρο σάλι σου, μπήκε το φθινόπωρο. (Λούλα Αναγνωστάκη (1999) Η παρέλαση [θεατρικό])”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Σάλι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course