HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του Σάλι | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1
ˈsa.li

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. γυναικείο ρούχο, μάλλινο συνήθως κομμάτι ύφασμα που σκεπάζει τους ώμους και την πλάτη

Ισοδύναμα

Čeština sál šála
Dansk tørklæde
Deutsch schal Shawl
Ελληνικά εσάρπα
English Shawl shawl
Esperanto ŝalo
Español mantón
Français châle chalè
עברית סודר
Italiano scialle
日本語 ショー
Nederlands bouffante shawl sjaal
Polski szal
Português xale
Русский платок шаль
Türkçe sal
中文 披肩 披肩

Παραδείγματα

“※ Φόρεσε το μαύρο σάλι σου, μπήκε το φθινόπωρο. (Λούλα Αναγνωστάκη (1999) Η παρέλαση [θεατρικό])”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη Σάλι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free