Meaning of Σάλι | Babel Free
/ˈsa.li/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- γυναικείο ρούχο, μάλλινο συνήθως κομμάτι ύφασμα που σκεπάζει τους ώμους και την πλάτη
Ισοδύναμα
English
Shawl
Παραδείγματα
“※ Φόρεσε το μαύρο σάλι σου, μπήκε το φθινόπωρο. (Λούλα Αναγνωστάκη (1999) Η παρέλαση [θεατρικό])”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.