Meaning of Ρωμαίος | Babel Free
/ɾoˈmeos/Ορισμοί
-
ο Ρωμαίος adjective
- πολίτης ή κάτοικος της Ρώμης ή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας
- ανδρικό όνομα
-
κάτοικος ή δημότης της Ρώμης, πρωτεύουσας της Ιταλίας demonym
Παραδείγματα
“Ρωμαίος και Ιουλιέτα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.