Meaning of ρουτίνα | Babel Free
/ɾuˈti.na/Ορισμοί
- η μονότονη καθημερινότητα
- η τυποποιημένη αλληλουχία (χορού, γυμναστικής, πολεμικής τέχνης, προγραμματισμού, προετοιμασίας, τεχνικής κτλ)
- επαναλαμβανόμενο πρόγραμμα, μέρος σχεδίου
Ισοδύναμα
English
routine
Παραδείγματα
“※ Ξαναπαντρεύτηκε, μου είπε εμπιστευτικά στο γαμήλο πάρτι, για να ξανακερδίσει τις χαμένες ηδονές της απιστίας. Μόνο ο γάμος εμπνέει τις παράνομες ηδονές. Χωρίς αυτόν γίνονται ρουτίνα (Μίμης Ανδρουλάκης, , Έτσι κάνουν όλες Ο ερωτικός βίος του καθηγητή «Νοστράδαμου», εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
“→ χρειάζεται παράδειγμα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.