HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καθημερινότητα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/ka.θi.me.ɾiˈno.ti.ta/

Ορισμοί

  1. το σύνολο των δραστηριοτήτων και συνηθειών που συνθέτουν μια συνηθισμένη μέρα
  2. η συνήθεια πράξεων ή/και σκέψεων που εκτελεί (ή έχει) κανείς μηχανικά, αυτόματα, χωρίς να το συνειδητοποιεί, η ρουτίνα, η καθημερινή επανάληψη πράξεων χωρίς ενδιαφέρον που οδηγεί στη φθορά
    negative

Παραδείγματα

“ο κινηματογράφος είναι μέρος της καθημερινότητάς μου”
“με έχει κουράσει πια η καθημερινότητα, θέλω να φύγω μακριά”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καθημερινότητα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course