Meaning of ροκάνα | Babel Free
/ɾoˈka.na/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ροκανάς
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Ροκανάς
- είδος ξύλινου κρόταλου με χειρολαβή που χρησιμοποιείται για την περιστροφή και παραγωγή ξηρού, δυνατού ήχου
- η πλάνη, το ροκάνι
Παραδείγματα
“※ Φαίνεται ὅμως ὅτι λίαν ἐνωρὶς εἶχε βαρυνθῇ ὁ Ζεὺς τὴν μονότονον, ἐν μέσῳ τῶν ὡς ῥοκάναι περιστρεφομένων ἀστέρων, διασκέδασίν του.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.