Meaning of ριζώνω | Babel Free
/riˈzo.no/Ορισμοί
-
βγάζω ρίζες literally
-
ζω για καιρό σε κάποιο τόπο κι έχω δεθεί με πρόσωπα και πράγματα σ’ αυτόν figuratively
Ισοδύναμα
English
take root
Παραδείγματα
“※ Οι καλεσμένοι ρίχνουν ρύζι στο ζευγάρι για να ριζώσει η νέα οικογένεια. (Χρήστος Φράγκος, Τζένη Αλβαράντο-Φράγκου, Ήπειρος-Βόρεια Ήπειρος, Τζουμέρκα και Κατσανοχώρια: Ιστορία, Λαογραφία, Πολιτιστικά Μνημεία, Τουρισμός, 2010, σελ. 86)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.