Σημασία του ρετσίνα | Babel Free
ɾeˈtsinaΟρισμοί
- είδος λευκού κρασιού που έχει πάρει άρωμα από ρετσίνι
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ρετσίνας
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Ρετσίνας
-
πηχτό υγρό που εκκρίνουν κωνοφόρα και άλλα δέντρα rare
- περιοχή του Πειραιά
- φθηνό ελληνικό βαμβακερό ύφασμα
- παντελόνι φτιαγμένο από φθηνό ελληνικό βαμβακερό ύφασμα (συνήθως στον πληθυντικό αριθμό)
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“[Ή]πια τρία βαρέλια ρετσίνα στην Δόμνα χτες, για να ξεχάσω.”
“Το πεύκο στάλαζε ρετσίνα.”
“Οι ρετσίνες λοιπόν, τα υφάσματα του [Θεόδωρου] Ρετσίνα, έγιναν περιζήτητα, ειδικά μάλιστα από την ακαδημαϊκή κίνηση του 1888 και μετά. (Από το Διαδίκτυο)”
“Φόρεσε την παλιά του ρετσίνα κι έφυγε για τη δουλειά.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free