ρίξιμο
Ορισμοί
- η διαδικασία ή η ενέργεια του ρίχνω
- η ώθηση ενός πράγματος ή το άφημά του, ώστε να ριχτεί προς τα πέρα ή να πέσει προς τα κάτω
- το γκρέμισμα
- η μείωση
-
το κέρδισμα της συναίνεσης κάποιου σε μια υπόθεση figuratively, vulgar
-
η εξαπάτηση figuratively, vulgar
-
η επίτευξη της συγκατάθεσης κάποιου για ερωτική συνεύρεση figuratively, vulgar
Ισοδύναμα
2 more languages
Ελληνικάζετέ
Suomilangankierto
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free